Ο Απόστολος (Λάκης) Γκλέζος (Άσπρα ΧώματαΝίκαια Αττικής4 Φεβρουαρίου 1947 – Πειραιάς18 Ιουνίου 2007) ήταν Έλληνας διεθνής ποδοσφαιριστής που αγωνιζόταν στο κέντρο της άμυνας. Αγωνίστηκε κυρίως στην Προοδευτική και στον Ολυμπιακό Πειραιά.

Από πολύ μικρός αγωνιζόταν σε μια μικρή ομάδα που υπήρχε στα Άσπρα Χώματα, το «Ατρομητάκι». Σε ηλικία 14 ετών τον πρόσεξε ο πρόεδρος του Ερμή Νικαίας, Παντελής Ορφανός, και το 1961 τον πήρε στην ομάδα, που συμμετείχε τότε στην Α΄ κατηγορία της Ε.Π.Σ. Πειραιώς. Δέχτηκε να υπογράψει δελτίο με τον όρο ο πρόεδρος της ομάδας, που ήταν και διευθυντής σε επαγγελματική σχολή, να μεσολαβήσει για να μην απορριφθεί στο σχολείο του, δεδομένου ότι δεν είχε πάει καλά στις εξετάσεις και φοβόταν μην το μάθει ο πατέρας του, πράγμα που έγινε.

Στον Ερμή αγωνίστηκε δύο χρόνια, κρυφά από την οικογένειά του και για αυτόν τον λόγο παρακαλούσε τους δημοσιογράφους όταν έγραφαν τη σύνθεση της ομάδας να μην βάζουν το όνομά του, για να μην αποκαλυφθεί.

Προοδευτική

Το καλοκαίρι του 1963 τον ζήτησε η Προοδευτική, στην οποία προπονητής ήταν ο Θανάσης Κίνλεϊ. Πήγε με αντάλλαγμα ένα ποδήλατο, ώστε να μπορεί να εξυπηρετείται στις μετακινήσεις του. Αρχικά αγωνιζόταν ως αριστερό μπακ αλλά ο τότε προπονητής της εθνικής Νέων Λάκης Πετρόπουλος, τον καθιέρωσε ως κεντρικό αμυντικό.

Με την Προοδευτική αγωνίστηκε ως το 1972, κυρίως στην Α’ Εθνική, με εξαίρεση τις περιόδους 1963-64 και 1968-69 που αγωνίστηκε στη Β’ Εθνική. Έγινε γνωστός και κέρδισε τη συμμετοχή του διαδοχικά στην εθνική Ελπίδων και στην εθνική ομάδα. Έγινε ο πρώτος διεθνής ποδοσφαιριστής της Προοδευτικής.

Ολυμπιακός

Το 1972 αποκτήθηκε από τον Ολυμπιακό του Νίκου Γουλανδρή έναντι 1,3 εκ. δραχμών. Αυτή τη φορά πήρε και ο ίδιος χρήματα για τη μεταγραφή του, 300.000 δρχ. Μαζί με τον Βασίλη Σιώκο δημιούργησαν ένα ισχυρό αμυντικό δίδυμο. Κατέκτησαν τρεις συνεχόμενους τίτλους πρωταθλήματος (1972-731973-74 και 1974-75), καθώς και δύο κύπελλα Ελλάδας (1972-731974-75).

Καλλιθέα

Το 1979 μεταγράφηκε στην Καλλιθέα, στη Β΄ Εθνική, όμως λίγους μήνες αργότερα αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, έπειτα από σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο.

Συνολικά συμμετείχε σε 261 αγώνες πρωταθλήματος, 132 με την Προοδευτική και 129 με τον Ολυμπιακό.

Στις εθνικές ομάδες

Φόρεσε 10 φορές τη φανέλα της εθνικής Ελλάδας από το 1971 ως το 1974, 3 ως ποδοσφαιριστής της Προοδευτικής και 7 του Ολυμπιακού. Σημείωσε ένα γκολ στον εκτός έδρας αγώνα με τη Βουλγαρία, ισοφαρίζοντας για την Ελλάδα στο 88΄ και διαμορφώνοντας παράλληλα το τελικό αποτέλεσμα (3-3).

Το 1964 κλήθηκε στην εθνική Νέων και την επόμενη χρονιά (1965) που παρουσιάστηκε στο Λιμενικό, κλήθηκε να αγωνιστεί και στην Εθνική Ενόπλων. Υπήρξε επίσης διεθνής με την εθνική Ελπίδων την περίοδο 1967-69.

Στάση Γκλέζου

«Πού πας αγοράκι μου; Εκεί έχει «στάση Γκλέζου». Μία από τις συνηθισμένες φράσεις των θαμώνων του Σταδίου Καραϊσκάκη κατά τη δεκαετία του 1970.

«Πολύ καλός φίλος. Μας έφερε η μοίρα πάρα πολύ κοντά και στο ποδόσφαιρο και στα επαγγελματικά και στο τέλος ήμουν ακόμα πιο κοντά. Δηλαδή, σαν να ήμουν γιατρός και να τον κουράριζα. Όλα αυτά ήταν της μοίρας τα παιχνίδια. Ήταν γραφτό».

Δέκα χρόνια συμπληρώνονται από τον θάνατο του Λάκη Γκλέζου και θεωρήθηκε σωστό οι πρώτες αναφορές προς το πρόσωπό του να προέλθουν από τους φιλάθλους και τον συμπαίκτη, συνεργάτη, «αδερφό» του.

Το Sport-Retro.gr αποτίει φόρο τιμής σε έναν από τους κορυφαίους αμυντικούς του ελληνικού ποδοσφαίρου, ο οποίος «έφυγε» στις 18 Ιουνίου 2007, σε ηλικία 60 ετών.

«Μην με απορρίψετε – Μην γράφετε το όνομά μου»

Ο Απόστολος Γκλέζος γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1947 στα Άσπρα Χώματα της Νίκαιας, οι γονείς του ονομάζονταν Θανάσης και Ελπίδα, ενώ είχε δύο αδέρφια: τον Νίκο και τον Γιάννη.

Όπως τα περισσότερα αγοράκια της γενιάς του, ο μικρός Λάκης αγάπησε το ποδόσφαιρο και σύντομα εντάχθηκε σε μία μικρή ομάδα που ονομαζόταν Ατρομητάκι.

Ο φορτοεκφορτωτής πατέρας του, ο «Τσάκαλος» όπως ήταν το παρατσούκλι του, δεν έβλεπε με καλό μάτι το γεγονός ότι παραμελούσε το διάβασμα.

Χαρακτηριστικό είναι πως όταν ο Παντελής Ορφανός ενδιαφέρθηκε για την απόκτηση του 14χρονου Λάκη, εκείνος του ζήτησε να μεσολαβήσει προκειμένου να μην απορριφθεί στο σχολείο του (δεν είχε γράψει καλά στις εξετάσεις).

Πράγματι, ο πρόεδρος του Ερμή Νίκαιας αποδέχθηκε τον «όρο» του νεαρού, δεδομένου ότι παράλληλα διηύθυνε επαγγελματική σχολή και είχε το απαιτούμενο υπόβαθρο για να υποστηρίξει το αίτημά του.

Ο Λάκης αφενός διψούσε να παίξει ποδόσφαιρο σε μία ομάδα της Α’ ΕΠΣ Πειραιώς αφετέρου δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να αποτύχει στο σχολείο, υπό τον φόβο του πατέρα του.

Τελικά, ο νεαρός Νικαιώτης υπέγραψε δελτίο και για δύο χρόνια αγωνιζόταν κρυφά από τους γονείς του στον Ερμή Νίκαιας, εξ ου και τα παρακάλια του στους δημοσιογράφους να μην αναφέρουν το όνομά του στις συνθέσεις για να μην γίνει η αποκάλυψη!

Ζωή-ποδήλατο

Το καλοκαίρι του 1963, όταν πια ο Λάκης είχε πατήσει τα 16 του, δεν γινόταν να αποκρύψει την πρόταση της Προοδευτικής, η οποία προερχόταν από διαδοχικές συμμετοχές στη νεοσύστατη Α’ Εθνική.

Ποιο ήταν το αντάλλαγμα για τη μεταγραφή που έμελλε να του αλλάξει ολόκληρη τη ζωή; Ένα ποδήλατο για τις μετακινήσεις του από τα Άσπρα Χώματα στον Κορυδαλλό.

Η πλειοψηφία των φιλάθλων τον θυμάται ως έναν «βράχο» στο κέντρο της άμυνας, όμως αρχικά ο Θανάσης Κίνλεϊ τον χρησιμοποιούσε ως αριστερό μπακ στην Προοδευτική.

Ας είναι καλά ο Λάκης Πετρόπουλος, τότε προπονητής στην Εθνική Νέων, ο οποίος αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι η φυσική θέση του νεαρού θα πρέπει να είναι λίμπερο ή στόπερ.

Η πρώτη χρονιά του στην Προοδευτική συνδυάστηκε με την επάνοδο στην Α’ Εθνική και η δεύτερη με το κορυφαίο πλασάρισμα της Ιστορίας της (4η θέση το 1965).

Εκείνος κατέγραψε 2 συμμετοχές και μάλιστα ως βασικός: στις 16 Μαΐου κόντρα στη Δόξα Δράμας (3-0 στο Στάδιο Καραϊσκάκη) και στις 5 Ιουνίου κόντρα στον Πανιώνιο (0-2 ξανά στο Στάδιο Καραϊσκάκη).

Εν αντιθέσει με την Προοδευτική που ανεβοκατέβαινε στην Α’ και τη Β’ Εθνική, ο Γκλέζος διένυε σταθερή πορεία, έπαιρνε παιχνίδια στα πόδια του και όλα έδειχναν ότι αργά ή γρήγορα θα κατέληγε σε έναν πιο επιτυχημένο σύλλογο.

Διεθνής και «ερυθρόλευκος»!

Όχι ιδιαίτερα ψηλός για αμυντικός, αλλά με μυαλό, σωστές τοποθετήσεις, εξαιρετική τεχνική και δυναμισμό, ο νεαρός Νικαιώτης άκουγε ολοένα και περισσότερους ψιθύρους περί ενδιαφέροντος του Ολυμπιακού, ο οποίος από το 1959 μέχρι το 1972 είχε κατακτήσει μόλις 2 πρωταθλήματα.

Όταν πια κλήθηκε στην Εθνική Ανδρών (σ.σ. το ντεμπούτο του έγινε στις 12 Μαΐου 1971 στην εκτός έδρας ήττα με 1-0 από την Ελβετία στο πλαίσιο της προκριματικής φάσης του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος 1972), ο Κορυδαλλός δεν τον χωρούσε πια.

Θα ήταν παράλειψη αν δεν υπογραμμιζόταν ότι την παραμονή του συγκεκριμένου αγώνα, ο Γκλέζος είχε βγάλει 90λεπτο στο αντίστοιχο ματς των Ελπίδων (!) δείγμα της εμπιστοσύνης που του έδειχνε ο Λάκης Πετρόπουλος.

Έπειτα από 9 χρόνια παρουσίας στον Κορυδαλλό, ο πρώτος διεθνής ποδοσφαιριστής της Προοδευτικής κατέληξε στον Ολυμπιακό του Νίκου Γουλανδρή έναντι 1.300.000 δραχμών (ο ίδιος έλαβε 300.000 δραχμές).

Στην ομάδα του Πειραιά γνώρισε τον Βασίλη Σιώκο, τον άνθρωπο που για 6 χρόνια θα μοιραζόταν τα ίδια μέτρα του γηπέδου και που για περίπου 35 θα έκαναν αχώριστη παρέα.

Λάκης Γκλέζος – Βασίλης Σιώκος

Η «στάση Γκλέζου» άρχισε να διαμορφώνεται από την πρώτη κιόλας σεζόν, όταν ο Ολυμπιακός δέχθηκε μόλις 13 γκολ σε 34 ματς πρωταθλήματος, επίδοση ρεκόρ που κρατά από το 1973 μέχρι σήμερα.

Συνήθως, ο Νικαιώτης κεντρικός αμυντικός παρέμενε στα μετόπισθεν, εν αντιθέσει με τον «Διόσκουρο» Σιώκο, ο οποίος θεωρούνταν καλύτερος στις στημένες φάσεις.

Η ώρα των τίτλων

Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, όταν μια ομάδα δέχεται μόλις 13 γκολ σε 34 ματς είναι πολύ πιθανό να κατακτήσει τον τίτλο, όπερ και εγένετο το 1973 έπειτα από 6 χρόνια ξηρασίας.

Η επόμενη σεζόν είχε ανάλογη κατάληξη, αφού η εστία του Ολυμπιακού παραβιάστηκε μόλις 14 φορές, σε συνδυασμό με τα 102 γκολ ενεργητικό (επίσης ρεκόρ που κρατά μέχρι σήμερα).

Ο Λάκης Γκλέζος φόρεσε την ερυθρόλευκη φανέλα από το 1972 μέχρι το 1978, σε ένα διάστημα που πανηγύρισε 3 πρωταθλήματα (1973, 1974, 1975) και 2 κύπελλα (1973, 1975).

Αξίζει να σημειωθεί ότι στον τελικό του 1976 κόντρα στον Ηρακλή, ο Νικαιώτης αμυντικός είχε ισοφαρίσει σε 4-4 στο 118’ της παράτασης, είχε ευστοχήσει και στη διαδικασία των πέναλτι, όμως ο Σιώκος δεν κατάφερε να νικήσει τον Γρηγόρη Φανάρα και το τρόπαιο κατέληξε στη Θεσσαλονίκη.

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και παίκτης Κυπέλλου, αφού στις 8 Ιουνίου 1977, στον εκτός έδρας ημιτελικό με τον Παναθηναϊκό είχε ισοφαρίσει σε 1-1 στο 88ο λεπτό, προτού η ομάδα του λυγίσει στην παράταση με εκείνο το τρομερό γκολ του Μήτσου Δημητρίου.

Η αποχώρηση των Γουλανδρή-Πετρόπουλου σήμανε το τέλος μιας «χρυσής» εποχής για τον Ολυμπιακό, ο οποίος βίωσε ένα σεβαστό διάστημα διοικητικής αστάθειας και αποχής από τους τίτλους για μια πενταετία.

Ο Γκλέζος κατέγραψε 129 συμμετοχές στην Α’ Εθνική και 12 στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, προτού αποχωρήσει το καλοκαίρι του 1978 μαζί με τον Βασίλη Σιώκο, τον άνθρωπο που απάρτισαν ένα από τα κορυφαία (αν όχι το κορυφαίο) αμυντικά δίδυμα του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Επίσης, ύστερα από τις 3 διεθνείς αναμετρήσεις με την Εθνική Ανδρών ως παίκτης της Προοδευτικής, προσέθεσε άλλες 7 ως άσος του Ολυμπιακού, όμως μετά το 1974 δεν ξανακλήθηκε.

O τραυματισμός και οι ατυχίες

Το καλοκαίρι του 1978 ο Γκλέζος πήρε μεταγραφή στην Καλλιθέα της Β’ Εθνικής και για λίγους μήνες συνυπήρξε με τον Υβ Τριαντάφυλλο, αλλά ένας σοβαρός τραυματισμός στο γόνατο τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και κάποιες διαμάχες με την ομάδα τον υποχρέωσαν να αποσυρθεί από τη δράση προτού καλά-καλά κλείσει τα 32 του.

Παράλληλα, είχε αρχίσει να δραστηριοποιείται με τρία καταστήματα υποδημάτων στην Καλλιθέα (σ.σ. στον χώρο που βρίσκεται το τωρινό καφέ του Σιώκου, με τον οποίο συνεργάστηκαν και επιχειρηματικά), στο Μοσχάτο και στο κέντρο της Αθήνας, καθώς και μία βιοτεχνία.

Ξαφνικά το 1981 παρέλυσε και υποχρεώθηκε να ταξιδέψει στον Καναδά όπου θεραπεύτηκε και εν συνεχεία επέστρεψε στην Ελλάδα.

Το 1997 αποφάσισε να δημιουργήσει μία επιχείρηση εμφιαλωμένου νερού στην Αλβανία, όμως η επιχείρηση δεν «έπιασε» και ο Γκλέζος έχασε μεγάλο μέρος της περιουσίας του.

Ο άλλοτε «βράχος» της άμυνας του Ολυμπιακού παντρεύτηκε τη Σόνια και μαζί της απέκτησε δύο κόρες: την Ελπίδα και την Έλενα.

Ο πολυτάραχος βίος του διεκόπη στις 18 Ιουνίου 2007, συνέπεια επιπλοκών από τον καρκίνο που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.