Ο Βασίλης Σιώκος (γενν. 1947, Αθήνα) είναι Έλληνας παλαίμαχος διεθνής ποδοσφαιριστής, που διακρίθηκε κυρίως με τον Ολυμπιακό Πειραιά στη θέση του κεντρικού αμυντικού.

Ηλυσιακός

Ξεκίνησε το 1963 από τον Ηλυσιακό, με τον οποίο αγωνίστηκε τέσσερις περιόδους στη Β’ εθνική και την Α’ κατηγορία της ΕΠΣΑ (τα τοπικά πρωταθλήματα μέχρι το 1967 και τη δημιουργία του εθνικού Ερασιτεχνικού, απάρτιζαν την τότε «3η κατηγορία» του ελληνικού ποδοσφαίρου, με εξαίρεση το διάστημα 1965-1967 που μπορούν να θεωρηθούν ως 4η).

Ολυμπιακός

Μέλος της προολυμπιακής ομάδας, μεταγράφηκε σε ηλικία 20 ετών το καλοκαίρι του 1967 στον Ολυμπιακό έναντι 250.000 δραχμών, κατόπιν σκληρής διεκδίκησης και του Παναθηναϊκού που διαθέτοντας άριστες σχέσεις με το γειτονικό του σωματείο των Ιλισίων, είχε τον πρώτο λόγο για την απόκτηση των καλύτερων παικτών του[1].
Στον Πειραιά πραγματοποίησε σπουδαία καριέρα, παρά το γεγονός ότι την πρώτη χρονιά δεν του έδωσαν καμμία ευκαιρία ο Μάρτον Μπούκοβι και ο αντικαταστάτης του, «Σούλης» Κίνλεϊ, βασικά επειδή υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία[2]. Αποτέλεσε όμως σταθερότατη επιλογή των επόμενων δεκατριών προπονητών και για 10 περιόδους καθιερώθηκε ως ο βασικός λίμπερο των ερυθρόλευκων, αρχικά αντικαθιστώντας επάξια τον Κώστα Πολυχρονίου που αποχώρησε, ενώ επί τουλάχιστον 5ετία υπήρξε ο πρώτος αρχηγός τους. Συμμετείχε σε 279 από τα συνολικά 334 παιχνίδια πρωταθλήματος του Ολυμπιακού, δηλαδή 5 σε κάθε 6, χρησιμοποιούμενος 10 μόλις φορές ως αλλαγή και σημειώνοντας 17 τέρματα -αλλά και ένα αυτογκόλ-, τα 9 με εύστοχα πέναλτι των οποίων ήταν συχνός εκτελεστής.

Ιδιαίτερα το διάστημα 1972-1975 της κατάκτησης των τριών τίτλων, συγκρότησαν ένα εξαιρετικό κεντρικό δίδυμο με στόπερ το Λάκη Γκλέζο που συνέβαλε τα μέγιστα να δέχεται η ομάδα τους λιγότερο από μισό τέρμα ανά συνάντηση (48 σε 102). Ο δε Σιώκος συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία 11άδα της διοργάνωσης του 1972-73 και την αντίστοιχη β’ γύρου του 1973-74. Παράλληλα, πέτυχε και μία σπουδαία ατομική επίδοση όταν έπαιξε σε 104 συνεχείς αγώνες πρωταθλήματος -πάντα βασικός-, συγκεκριμένα τους 4 τελευταίους της περιόδου 1971-72 και τους 34 καθεμίας από τις δύο επόμενες, για να απουσιάσει μόνο στον προτελευταίο της 1974-75. Το στατιστικό αυτό στοιχείο τον κατατάσσει μεταξύ των ελάχιστων ποδοσφαιριστών με ανάλογα επιτεύγματα[3] στην ιστορία της Α’ εθνικής κατηγορίας από την έναρξή της το 1959.
Κατά τη διάρκεια των 11 χρονών παραμονής στον Ολυμπιακό, φόρεσε τη φανέλα του σε 340 επίσημες αναμετρήσεις (279 πρωταθλήματος, 40 κυπέλλου, 21 ευρωπαϊκές) και 178 φιλικές, άρα περισσότερες από 500.

Εθνικός

Μέσα στα πλαίσια εκτεταμένης ανανέωσης το καλοκαίρι του 1978, συναίνεσε να δοθεί αντάλλαγμα -μαζί με το Μακαρατζή- στον άλλο σύλλογο του μεγάλου λιμανιού, τον Εθνικό Πειραιά, με στόχο να ολοκληρωθεί η τριπλή μεταγραφή του διεθνούς τερματοφύλακα Αρβανίτη, του Γερμανού επιθετικού Ρόρμπαχ και του Κύπριου Σταύρου Παπαδόπουλου, του αντικαταστάτη του στην ερυθρόλευκη άμυνα (από την οποία αποχώρησε και ο Γκλέζος).
Με τη νέα του ομάδα αγωνίστηκε επί 3ετία και 88 παιχνίδια πρωταθλήματος, δηλαδή 6 σε κάθε 7 και όλα βασικός εκτός από ένα, παρότι ήταν πλέον ανάμεσα στα 32 και τα 34 του. Σκόραρε 5 φορές και γενικά βοήθησε τον Εθνικό να καταλάβει άνετα την 8η και στη συνέχεια δύο 7ες θέσεις της βαθμολογίας.
Στις θερινές μεταγραφές του 1981 όμως, αντιμετώπισε την άρνηση του Νίκου Μουρκάκου, προέδρου του Εθνικού, για την επιστροφή του με ελευθέρας στον Ολυμπιακό ώστε να τερματίσει την καριέρα του εκεί όπου αναδείχτηκε, με συνέπεια να απέχει από τις προπονήσεις αναμένοντας τη λήξη του συμβολαίου του. Ενδιάμεσα, επέλεξε τελικά να κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια έπειτα από 19 περιόδους στο άθλημα.

Στην Εθνική Ελλάδας

Πραγματοποίησε το ντεμπούτο του πριν κλείσει τα 22 και λίγους μόλις μήνες μετά την καθιέρωσή του στους Πειραιώτες, συγκεκριμένα στις 12 Μαρτίου 1969 σε έναν φιλικό αγώνα (3-3) εναντίον του Ισραήλ στο Τελ Αβίβ. Τις επόμενες 3,5 χρονιές είχε μία μόνο διεθνή συμμετοχή ακόμη, μέχρι να καθιερωθεί ως βασικός κεντρικός αμυντικός του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος για πάνω από διετία, συχνότερα με παρτενέρ τον Λάκη Γκλέζο.

Γενικά, υπήρχε η αίσθηση στους φίλαθλους κύκλους πως έπρεπε να έχει περισσότερες εμφανίσεις από τις 13 φορές που χρίστηκε διεθνής στους 41 αγώνες μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας του, εκείνης της 23ης Φεβρουαρίου 1975 κατά την εκτός έδρας ήττα 0-2 από τη Μάλτα.

«Εγώ και ο Ολυμπιακός»

Ο Βασίλης Σιώκος ήταν ο βασικός λίμπερο των «ερυθρολεύκων» επί μια δεκαετία και πρώτος αρχηγός για αρκετά χρόνια. Όπως στον αγωνιστικό χώρο έτσι και στη ζωή, προτιμά να παραμένει αθόρυβος, σεμνός… Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, που λένε.

-Από τον Ηλυσιακό δεν πήγατε στους κοντινούς Αμπελοκήπους για χάρη του Παναθηναϊκού, αλλά στον Πειραιά. Γιατί προτιμήσατε τον Ολυμπιακό;
«Τότε αγωνιζόμουν στην Εθνική Νέων, ήμουν πολύ μικρός κι έπαιζα στον Ηλυσιακό. Υπήρχε ένας έφορος των Εθνικών ομάδων, ο Βασίλης Ανδριανόπουλος, ο γνωστός, κι ενώ έπαιζα στην Εθνική μου πρότεινε όταν θα γίνουν μεταγραφές αν θέλω να πάω στον Ολυμπιακό.
Το δέχθηκα και αφού με πλησίασαν οι παράγοντες του Ολυμπιακού, μεταπήδησα το 1967. Στην πρώτη ομάδα έπαιξα το 1968-1969 γιατί ήμουν φαντάρος και δεν μπορούσα να πάρω άδεια».
-Πώς ήταν τα πρώτα χρόνια στον Ολυμπιακό;

«Τα πρώτα χρόνια ήταν λίγο δύσκολα, όπως για κάθε ποδοσφαιριστή. Μετά, όμως, με βοήθησαν ορισμένοι, όπως ένας Γιουγκοσλάβος προπονητής ονόματι Σπάιτς. Με βοήθησε πάρα πολύ. Έκτοτε, συνέχισα την πορεία μου».
-Ήσασταν 10 χρόνια βασικός σε μία από τις κορυφαίες ομάδες της Ελλάδας και αρχηγός για μεγάλο διάστημα. Πώς καταφέρατε να φτάσετε μέχρι αυτό το σημείο;
«Το ποδόσφαιρο μπορεί να μην ήταν 100% επαγγελματικό όπως είναι σήμερα, αλλά εγώ ήμουν ένας επαγγελματίας. Δεν είχα άλλη δουλειά να κάνω. Καθιερώθηκα όλα αυτά τα χρόνια και δεν έλειψα λεπτό για σχεδόν τρεις σεζόν».
Ο Βασίλης Σιώκος αγωνίστηκε σε 104 διαδοχικά ματς από την 31η αγωνιστική της περιόδου 1971-72 μέχρι και την 32η της σεζόν 1974-75, ενώ συνολικά κατέγραψε 279 συμμετοχές στην Α’ Εθνική και 340 σε όλες τις διοργανώσεις με την ερυθρόλευκη φανέλα.
-Εκτός από τον εκπληκτικό αριθμό των διαδοχικών συμμετοχών είχατε φτιάξει και ένα τρομερό αμυντικό δίδυμο με τον αείμνηστο Λάκη Γκλέζο.
«Με τον Λάκη δεν παίζαμε μόνο δίπλα-δίπλα. Μετά την ολοκλήρωση της καριέρας μας, συμπτωματικά, ήμασταν πάλι δίπλα-δίπλα, αυτή τη φορά επαγγελματικά με τα μαγαζιά μας. Υπήρχε χημεία.
Επίσης, είχαμε έναν άριστο προπονητή, ο οποίος ήταν μπροστά από την εποχή του, ο Λάκης Πετρόπουλος, και νομίζω ότι εκείνη η ομάδα ήταν η καλύτερη στην Ιστορία του Ολυμπιακού.
Βρισκόμασταν ο ένας με τον άλλον με κλειστά μάτια. Γι’ αυτό κάναμε αυτά τα τρομερά ρεκόρ και στην άμυνα και στην επίθεση».
Την τριετία 1972-1975 με τους τρεις διαδοχικούς τίτλους, ο Ολυμπιακός δέχθηκε 48 γκολ σε 102 ματς, δηλαδή μόλις 0,4 ανά αγώνα, ενώ τη σεζόν 1973-74 σημείωσε 102 γκολ, ρεκόρ που δεν έχει καταρριφθεί ούτε από τον ίδιο ούτε από άλλη ομάδα.
-Ποια ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή στον Ολυμπιακό και ποια η πιο δυσάρεστη;
«Η καλύτερη στιγμή μου ήταν όταν υπέγραψα στον Ολυμπιακό. Ήμουν στρατιώτης και μου έφεραν στη μονάδα μου το δελτίο για να υπογράψω. Έκτοτε, τα νταμπλ που παίρναμε επί εποχής Γουλανδρή. Πάρα πολύ ωραίες στιγμές.
Υπήρχαν, βέβαια, άσχημες στιγμές. Πέρασα και «πέτρινα» χρόνια. Για παράδειγμα, είχαμε φτάσει στη 13η θέση και κινδυνεύαμε να πέσουμε στη Β’ Εθνική, που λέει ο λόγος. Βέβαια, μετά πήραμε το Κύπελλο, αλλά αυτές ήταν άσχημες στιγμές.
Ανακάμψαμε γρήγορα σαν Ολυμπιακός. Γιατί είναι το μέταλλο που έχει η ομάδα. Παραπάνω από 6 μήνες-1 χρόνο, δεν μπορεί να διαρκέσει μία κρίση. Δεν είναι όπως οι άλλες ομάδες. Γιατί διαθέτει πάρα πολλούς φιλάθλους και φανατικούς. Και δεν αφήνουν την ομάδα, όπως σήμερα, να μην πάρει πρωτάθλημα 4-5-10 χρόνια που έχουν άλλες ομάδες. Αυτό το έχει μόνο ο Ολυμπιακός στην Ελλάδα».
-Νίκος Γουλανδρής.
«Ήταν πολύ μεγάλος πρόεδρος, ο μεγαλύτερος που έχει υπάρξει μέχρι τώρα. Ήταν συνέχεια κοντά μας. Τον είχαμε σαν πατέρα μας. Θα μείνει στην Ιστορία για πάρα πολλά χρόνια».

-Λάκης Πετρόπουλος.
«Μεγάλος προπονητής. Μπροστά από την εποχή του, όπως είπα και προηγουμένως. Βλέπω σήμερα προπονητές που κάνουν ακόμα τα συστήματα και τις προπονήσεις που έκανε. Ήταν λίγο οξύθυμος και ιδιότροπος, αλλά ήταν μεγάλος προπονητής».
-Λάκης Γκλέζος.
«Πολύ καλός φίλος. Μας έφερε η μοίρα πάρα πολύ κοντά και στο ποδόσφαιρο και στα επαγγελματικά και στο τέλος ήμουν ακόμα πιο κοντά. Δηλαδή, σαν να ήμουν γιατρός και να τον κουράριζα. Όλα αυτά ήταν της μοίρας τα παιχνίδια. Ήταν γραφτό».
-Τι θυμάστε από τα ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό;
«Θυμάμαι πολλά. Εγώ σαν παίκτης του Ολυμπιακού, νομίζω ότι έχω χάσει μόνο ένα παιχνίδι, ένα επεισοδιακό. Είχα αποβληθεί με τον συγχωρεμένο τον Αλβαρέζ νομίζω (σ.σ. είχαν αποβληθεί και οι Κυράστας (για τους «ερυθρόλευκους), Παπαδημητρίου (για τους «πράσινους» στο ντέρμπι της 9ης Οκτωβρίου 1977).
Γινόντουσαν μάχες σε όποια κατάσταση βρισκόταν ο Ολυμπιακός ή ο Παναθηναϊκός. Ήταν ένα ντέρμπι που δεν μπορούσες να προεξοφλήσεις ποιος θα κερδίσει. Και τότε που είχαμε την καλή ομάδα εμείς, ο Παναθηναϊκός κατέβηκε σε έναν τελικό με τη δεύτερη ομάδα και τον κερδίσαμε δύσκολα (σ.σ. 1974-75 με 1-0). Και τώρα ακόμα, σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται κάθε ομάδα, όλα τα παιχνίδια είναι αμφίρροπα».
-Πώς ζήσατε ως παίκτης του Ολυμπιακού την επταετία της δικτατορίας;
«Ήταν πολύ δύσκολα γιατί 2-3 χρόνια δεν πηγαίναμε καλά και είχαμε πρόβλημα μεγάλο. Ακόμα και με τους κυβερνώντες. Μας καλούσε πχ. ο Ασλανίδης στο γραφείο του και μας ρωτούσε «τι γίνεται, πού πάτε την ομάδα;» Όχι ότι ήταν Ολυμπιακός. Aπλά ήθελε τις μεγάλες ομάδες που είχαν κόσμο να είναι πρώτες. Εμείς περνάγαμε τότε μια μικρο-κρίση και είχαμε προβλήματα απ’ αυτούς».

-Ήσασταν από τα ιδρυτικά στελέχη του ΠΣΑΠ. Κι αυτό συνδέεται με τον Ολυμπιακό.
«Ακριβώς. Αυτή η ιδέα να συνδικαλιστούμε ξεκίνησε από μια δική μας απεργία. Παίζαμε ένα παιχνίδι με την Καστοριά και πήγαμε μόνοι μας. Δεν μας πλήρωναν, μας χρωστούσαν, είχε φύγει ο Γουλανδρής και ξεκινήσαμε μια απεργία. Επί τη ευκαιρία συνδικαλιστήκαμε και ήμουν από τους πρωτεργάτες του συνδέσμου. Κάναμε πρόεδρο τον Αντωνιάδη τότε».
-Τέλος, τι μήνυμα θα στέλνατε στους φιλάθλους του Ολυμπιακού με αφορμή τα 92α γενέθλια;
«Θα στείλω σε λίγους φιλάθλους γιατί οι άλλοι είναι σωστοί. Να είναι πιο ήπιοι στις εκδηλώσεις, στις φασαρίες κ.τ.λ. Νομίζω ότι στους σωστούς φιλάθλους έχουν εκχωρήσει κάποια στοιχεία και δεν πρέπει.
Ο Ολυμπιακός είναι μια πάρα πολύ μεγάλη ομάδα και το αποδεικνύει τώρα γιατί κατ’ εμέ είναι σε κρίση. Παρά ότι γεγονός, όμως, ότι είναι σε κρίση είναι πρώτος με πολλούς βαθμούς διαφορά από τον δεύτερο. Είναι αυτό το μέταλλο που έχει σαν ομάδα. Συνιστώ να μην γίνονται οι φασαρίες που βλέπουμε σε ορισμένα -ελληνικά- παιχνίδια».