Ο Ουρουγουανός δεξιός ακραίος επιθετικός Χούλιο Λοσάντα (Julio Daniel Losada), γεννήθηκε στις 16 Ιουνίου του 1950, στο Μοντεβιδέο.

Έχοντας ξεκινήσει και αγωνιστεί για τη Πενιαρόλ στη πατρίδα του, έγινε  γνωστός για την σχεδόν 10χρονη θητεία του στον Ολυμπιακό Πειραιώς.

Στην ηλικία των 22 ετών, ήλθε στον Πειραιά και έγινε μέλος του Ολυμπιακού, δημιουργώντας μαζί με τον Υβ Τριαντάφυλλο  (Yves Triantafillos), μία από τις Καλύτερες Επιθετικές Γραμμές στην ιστορία του Ολυμπιακού. Μικρός το δέμας (1,62 μ.), εξελίχθηκε σ’ έναν από τους Καλύτερους  Ξένους που αγωνίστηκαν στο ελληνικό πρωτάθλημα!

Ένας ζογκλέρ, με απίστευτη ικανότητα στη ντρίπλα, έγινε μύθος στους οπαδούς του Ολυμπιακού, αφού όσο μπόι του έλειπε, τόσο τσαγανό και θάρρος διέθετε! Έβαζε τα πόδια του στην φωτιά, δεν φοβόταν τίποτε και  κανέναν, ξεσηκώνοντας με τις ενέργειές του τους οπαδούς του Ολυμπιακού στο Καραϊσκάκη!

Το σύνθημα «… στη μπάντα, στη μπάντα, έρχεται ο Λοσάντα!» δονούσε τις εξέδρες του φαληρικού σταδίου  κάθε Κυριακή! Είναι ο 2ος σε συμμετοχές ξένος στην ιστορία του συλλόγου, πίσω από τον Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς (Predrag Djordjevic). Έπαιξε 5 φορές με την εθνική ομάδα της Ουρουγουάης και συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970.

Είναι μοναχογιός και ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από τα παιδικά τμήματα των Λαριγκονάδα και μετά στη Μπραζορόχο, συλλόγων που ασχολούνται μόνο με διδασκαλία ποδοσφαίρου. Το 1964, στα 14 του χρόνια, πήγε στα αντίστοιχα τμήματα της  Πενιαρόλ και από το 1967 συμμετείχε σε αγώνες της πρώτης ομάδας.  Από το 1969 μέχρι το 1972, αγωνιζόταν βασικός με τους «κιτρινόμαυρους» του Μοντεβιδέο, κατακτώντας το πρωτάθλημα του 1967 και έχοντας σημαντική συμβολή στην κατάκτηση του Σούπερ Καπ των Διηπειρωτικών Πρωταθλητών (Intercontinental Supercup/Recopa Intercontinental) του 1970, μιας διοργάνωσης που πραγματοποιήθηκε μόνο τις σεζόν 1968/69 και 1969/70, σκοράροντας στον ημιτελικό εναντίον της Εστουντιάντες, ενώ ήταν φιναλίστ στον τελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες της ίδιας χρονιάς, με την ίδια αντίπαλο.

Το 1972 κι ενώ η Πενιαρόλ αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ο Ελληνοαμερικανός ατζέντης Νίκος Σκλαβούνος, ταξίδεψε στην Ουρουγουάη και πήρε τα δικαιώματα της μεταγραφής του, δίνοντας στην Πενιαρόλ 35.000 δολάρια, κατ’ εντολή του προέδρου του Ολυμπιακού Νίκου Γουλανδρή, ενώ ο ίδιος πήρε 15.000 δολάρια. Ήρθε ως «ομογενής» στον Ολυμπιακό και αργότερα υπηρέτησε και στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Μαζί με τον συμπαίκτη του, τον Γάλλο διεθνή επιθετικό Υβ Τριαντάφυλλο, δημιούργησε ένα από τα Μεγαλύτερα επιθετικά δίδυμα στην ιστορία του Ολυμπιακού.

 Αγωνίστηκε για 10 χρόνια, έως το 1982, με την ομάδα του Πειραιά, παίζοντας στη δεξιά πλευρά με ιδιαίτερη επιδεξιότητα, με καλύτερη επίδοση του στη σεζόν 1973/74, όπου σημείωσε 10 γκολ. Το ότι ήταν μικρόσωμος, αλλά ιδιαίτερα μαχητικός, τον έκανε πολύ αγαπητό στους οπαδούς του Ολυμπιακού. Μάλιστα είχε αποσυρθεί  το 1980, αλλά επανήλθε το 1981, κατόπιν προτροπής  του τότε προέδρου των «ερυθρολεύκων» Σταύρου Νταϊφά, περισσότερο για το ηθικό των παικτών. Αγωνίστηκε σε 6 παιχνίδια όλα κι όλα αυτή τη σεζόν και σταμάτησε αρχές του 1982, φορώντας για τελευταία φορά την ερυθρόλευκη φανέλα, στις  21 Φεβρουαρίου του 1982, στο ματς με τον Ηρακλή στο Καραϊσκάκη στη νίκη του Ολυμπιακού με 1-0!

Συνολικά αγωνίσθηκε σε 314 αγώνες του Ολυμπιακού, οι οποίοι αναλύονται σε 151 αγώνες για το πρωτάθλημα, σκοράροντας 33 γκολ, σε 71 φιλικές αναμετρήσεις, σε 61 διεθνείς φιλικούς αγώνες, σε 21 παιχνίδια για το Κύπελλο Ελλάδος και σε 10 ματς Κυπέλλων Ευρώπης. Κατέκτησε 5 πρωταθλήματα (1972/73, 1973/74, 1974/75, 1979/80, 1981/82) και 2 κύπελλα Ελλάδας (1972/73, 1974/75). Είναι ο 2ος ξένος σε συμμετοχές ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, πίσω από τον Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς (Predrag Đorđević)!

Πραγματοποίησε 5 συμμετοχές με την εθνική ομάδα της Ουρουγουάης μεταξύ της 31ης  Μαρτίου του 1970 και της 10ης  Ιουνίου της ίδιας χρονιάς. Συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, στο οποίο τερμάτισε στην 4η θέση, παίζοντας σε 2 παιχνίδια βασικός, στην νίκη με 2-0 εναντίον του Ισραήλ και στην ήττα 0-1 από τη Σουηδία.

Έκανε πολλούς φίλους στον Πειραιά που αγάπησε σαν δεύτερη πατρίδα του. Μάλιστα άνοιξε κατάστημα ανδρικών ρούχων στο Πασαλιμάνι, μαζί με τον φίλο του και γνωστό Ολυμπιακό, Αντώνη Μπαλαμπάνο. Στο τέλος της δεκαετίας του 1980 υποχρεώθηκε για οικογενειακούς λόγους να επιστρέψει στην Ουρουγουάη. Οι δύο κόρες του, που είχαν γεννηθεί στον Πειραιά, πήραν ελληνική παιδεία και ελληνικά ονόματα, Αλεξία και Χριστίνα, έκλαιγαν απαρηγόρητες μη θέλοντας να γυρίσουν στο Μοντεβίδεο που δεν γνώριζαν!

Έχει πτυχίο στη Γεωπονική και σήμερα, δραστηριοποιείται στην πατρίδα του στο χώρο των κατασκευών, μοιράζοντας το χρόνο του μεταξύ Μοντεβίδεο και Πούντα ντελ Έστε, ένα τουριστικό θέρετρο της Ουρουγουάης, «… που συγκεντρώνει τους πλούσιους Αμερικανούς, Βραζιλιάνους και Αργεντίνους, αλλά δεν είναι όμως και σαν τη Βουλιαγμένη», όπως λέει και ο ίδιος!

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1969–1972: Club Atlético Peñarol
  • ·         1972–1980: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 151     (33)

Διεθνής

  • ·         1970: Ουρουγουάη, 2 (0)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Peñarol

  • ·         Σούπερ Καπ Διηπειρωτικών Πρωταθλητών: 1969
  • ·         Πρωτάθλημα Ουρουγουάης: 1967
  • ·         Copa de Honor: 1967
  • ·         Copa Montevideo: 1971

Με τον Ολυμπιακό

  • ·         Πρωτάθλημα Ελλάδος: 5 (1972/73, 1973/74, 1974/75, 1979/80, 1981/82)
  • ·         Κύπελλο Ελλάδος: 2 (1972/73, 1974/75)

Διεθνείς

Με την Ουρουγουάη

  • ·         Παγκόσμιο Κύπελλο: 4ηθέση 1970


ΠΗΓΗ: koinoniki.gr